δημολόγος
arengador, orador popular peyor.
πολιτικός τε καὶ δ. καὶ σοφιστής
οὗτος οὖν ἐστιν ὁ δ. ἀτεχνῶς
δεινοί, πανοῦργοι, δημολόγοι
δημο·λόγος, ου (ὁ) c. δημολογικός, Syn. 55a.
Étym. δῆμος, λέγω.
δημολόγος, ὁ, Volksredner, Synes.
arengador, orador popular peyor.
πολιτικός τε καὶ δ. καὶ σοφιστής
οὗτος οὖν ἐστιν ὁ δ. ἀτεχνῶς
δεινοί, πανοῦργοι, δημολόγοι