Δημοκρίτειος
1 democriteo, de Demócrito de Abdera
τὴν περὶ φύσεως πραγματείαν Δημοκρίτειον προσαγορεύεσθαι
φιλοσοφία
2 de pers. seguidor de Demócrito
αὐτὸς ἑαυτὸν ἀνηγόρευε Δημοκρίτειον ὁ Ἐπίκουρος
οἱ Πυθαγόρειοι μὲν ... Πυθαγόρου ὤνηντο, οἱ Δημοκρίτειοι δὲ ... πολλῶν ἀπέλαυσαν
τέταρτος (Βίων) Δ. καὶ μαθηματικός
Βῶλος ὁ Δ.
Δημοκρίτειος, α, ον [ῐ]
1 de Démocrite (Dèmokritos) Plut. Qu. conv. 5, 7, 6 ; Sext. 1, 213 ||
2 disciple de Démocrite, Plut. M. 1108e ; οἱ Δ. les disciples de Démocrite, Plut. Qu. conv. 8, 9, 3 ; El. V.H. 12, 25.
Étym. Δημόκριτος.