δηπόσιτον
lat. depositum, e.e. depósito monetario, consignación
ἔλαβον παρά σου δηνάρια ... ὑπὲρ δηποσίτου [τ]ιρώνων Ἀσιανῶν
• fig.
τὰ δεπόσιτα ὑμῶν τὰ ἔργα ὑμῶν
lat. depositum, e.e. depósito monetario, consignación
ἔλαβον παρά σου δηνάρια ... ὑπὲρ δηποσίτου [τ]ιρώνων Ἀσιανῶν
• fig.
τὰ δεπόσιτα ὑμῶν τὰ ἔργα ὑμῶν