δηριάω
δηριάω, strive, contend
1 en cont. bélico, frec. en v. med. combatir, luchar
περὶ νεκροῦ δηριάασθαι
δυσμενέεσσι
ἐμοὶ οὐ τλήσονται ἐναντία δηριάασθαι
contra mí no osarán combatirοἱ δ' αὐτοὶ δηριαάσθων
que combatan ellos mismosνύκτας τε καὶ ἤματα δηριόωντες
Ἰνδοὶ ... μᾶλλον ἀριστεύουσι θαλάσσῃ ἢ χθονὶ δηριόωντες
ἵστασο δηριόων
ponte en pie y luchaἄλλον δηριόωντα μόθος κτάνεν
• ref. a anim., c. prep.
φορβάδος ἀμφὶ βοὸς ... δηριάασθον
ref. a torosκατ' ἀντία δηριόωνται
ref. a pecesεὐνῆς δὲ γάμων πέρι δηριόωνται (οἱ σαργοί)
Βουκεφάλας ὅπλοισιν ἐναντία δηριάασκεν
• fig. de los vientos
εὖτ' ἂν ... τρίβωνται πατάγοισιν ἐναντία δηριόωντες
cuando choquen con estrépito en su lucha frontal
2 discutir, altercar
ἀμφ' οὔροισι
τεύχη, ὧν ἕνεκ' ἀφραδέως μέγ' ἀμείνονι δηριάασκες
las armas por las cuales insensatamente disputaste con uno mucho mejor que túοἱ γὰρ ἄριστοι ἐπὶ σφίσι δηριόωνται
δη[ρ]ιᾷ δὲ Κύπρις ποτὶ παρθένον Ἀτρυτώνην
• abs.
ἄριστοι Ἀχαιῶν δηριόωντο
ref. a Odiseo y Aquilesβιβλιακοὶ χαρακῖται ἀπείριτα δηριόωντες
3 rivalizar, contender en un concurso deportivo o poético competir por un premio subst. οἱ δηριόωντες los contendientes
κάλλιον ἂν δηριώντων ἐνόστησ' ἀντιπάλων
δύω δίφροι ... δηριόωντε
• tb. en v. med.
κατ' ἀγῶνα ... νίκης πέρι δηριόωνται
ὑπὸ χείρεσι δ.
luchar con las manosγυναῖκες ἀνδράσι δηριόωνται
Bei Homer depon. δηριάομαι, in der Bdtg des activ., = »streiten«, mit Worten und mit Taten, absolut und περί τινος und ἀμφί τινι, in folgenden Formen : δηριάασθον 3 pers. praes. Il. 12.421, δηριαάσθων Il. 21.467 vgl. Scholl. Herodian., δηριάασθαι Il. 16.96, 17.734, δηριόωντο Od. 8.78. Homerisch ist das Wort auch bei sp.D. gebraucht. – Vgl. δηρίομαι und δῆρις.
- 1strive, contend παρʼ εὐδένδρῳ μολὼν ὄχθῳ Κρόνου κάλλιον ἂν δηριώντων ἐνόστησʼ ἀντιπάλων (δηριόντων coni. W. Schulze, Q. E., 348, 3) N. 11.26