διακαπηλεύω
διακαπηλεύω, sell by retail
διακᾰπηλεύω,
- sell by retail, ὅτι τύχοιεν ἕκαστος D.Chr. 8.9.
vender al por menor, ser vendedor ambulante
οὐκ ὀλίγων δὲ καπήλων διακαπηλευόντων ὅτι τύχοιεν ἕκαστος
δια·καπηλεύω [κᾰ] être petit marchand de détail, être brocanteur, D. Chr. 4, 278.