διακαλλωπίζω
διακαλλωπίζω, adorn
διακαλλωπίζω,
- adorn, Hsch. s.v. πρῷρα (Pass.).
adornar en v. pas.
†στολὴ διακεκαλλωπισμένη τὰς ὄψεις
διακαλλωπίζω, adorn
adornar en v. pas.
†στολὴ διακεκαλλωπισμένη τὰς ὄψεις