διακαλοκαγαθίζομαι
διακαλοκαγαθίζομαι, vie with another in virtue
διακᾰλοκᾱγᾰθίζομαι, (καλοκἀγαθία)
- vie with another in virtue, τινί Diog. ap. Stob. 3.4.111.
διακαλοκαγαθίζομαι, vie with another in virtue