διακαυλέω
διακαυλέω, run to stalk
διακαυλέω,
- run to stalk, Thphr. CP 2.12.4.
echar tallos
ἅπαντα γὰρ ἀποδενδροῦται τῇ ὄψει διακαυλήσαντα
δια·καυλέω-ῶ, monter en tige, en arbre, Th. C.P. 7, 2, 4.
Étym. διά, καυλός.
διακαυλέω, = διακαυλίζειν.