Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δικέω
δικέω, mulct
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δικάστρια
δικαστύς
δικασχολέομαι
δικαταληκτέω
δικατάληκτος
δικαταληξία
δικάτωρ
δικαυλέω
δικεῖν
δικέλαδος
δίκελλα
δικελλευτής
δικέλλιον
δικελλίτης
δικελλοειδής
δίκελλον
δικέντητον
δίκεντρος
δικέντρων
δικέραιος
δίκερας
δικεράτιον
δικέρατος
δίκερκος
δίκερος
δίκερως
δικέρως
Δίκετας
Δικεύς
δικέφαλος
δικέω
δίκη
Δίκη
δικηγορέω
δικηγορία
δικηγορικῶς
δικήγορος
δικηγόρος
δικηλής
δικηλιστής
δίκηλον
δίκηλος
δίκην
δίκησις
δικητροπεῖ
δικηφόρος
δικίδιον
δικίθων
δικιτώνιος
δικίτωνος
δικίων
δίκλαρος
δίκλεις
δικλήματος
δικληρία
δίκληρος
δικλίς
δίκλιτος
δικογραφία
δικογραφικῶς
δικογράφος
…
δικέω
Save
δικέω, mulct
LSJ
δῐκέω,
mulct,
prob. an error in
IG
2(2).1092B17 (Pass.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}