δικήγορος
δικήγορος, advocate
δῐκήγορος, ὁ,
- advocate, Lyd. Mag. 3.66, Agath. 5.7, Suid. s.v. Ἀλέξανδρος Αἰγαῖος, Eust. 131.2.
δικήγορος, advocate