Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δίκλιτος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δίκετας
Δικεύς
δικέφαλος
δικέω
δίκη
Δίκη
δικηγορέω
δικηγορία
δικηγορικῶς
δικήγορος
δικηγόρος
δικηλής
δικηλιστής
δίκηλον
δίκηλος
δίκην
δίκησις
δικητροπεῖ
δικηφόρος
δικίδιον
δικίθων
δικιτώνιος
δικίτωνος
δικίων
δίκλαρος
δίκλεις
δικλήματος
δικληρία
δίκληρος
δικλίς
δίκλιτος
δικογραφία
δικογραφικῶς
δικογράφος
δικοδίφης
δικοδοσία
δίκοκκος
δικολέκτης
δικόλλυβον
δικόλλυβος
δικολογέω
δικολογία
δικολόγος
δικόλουρος
δίκολπος
δικολύμης
δικομαχέω
Δικόμης
δικομήτρα
δικόνδυλος
δικορία
δικορίασις
δίκορμος
δίκορος
δικορράπτης
δικορραφέω
δικορραφία
δικορράφος
δίκορσος
δικόρυμβος
Δικόρυφα
…
δίκλιτος
Save
DGE
δίκλιτος
-ον
gram.
de doble flexión
Hsch.
μ
1829.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}