δικτυώδης
δικτῠ-ώδης, ες,
- = δικτυοειδής, Sch. Ar. V. 99, Poll. 4.116.
- II Subst. -ῶδες, τό, = δ. πλέγμα, Hp. Ep. 19 (Hermes 53.69).
reticulado, en forma de red
ἀγρηνόν, τὸ δ' ἦν πλέγμα ἐξ ἐρίων δικτυῶδες περὶ πᾶν τὸ σῶμα
κημὸς ... ἔστι δὲ πλέγμα δικτυῶδες καὶ ἠθμῶδες
ἄρκυες
δικτυώδης, ες, = δικτυοειδής, Schol. Ar. Vesp. 99.