δισπίθαμος
δισπίθαμος, of two spans’ length
δι-σπίθᾰμος, ον,
- of two spans’ length, Dsc. 2.156.
de dos palmos de largo
καυλόν
θαμνίσκος
κέρας
δι·σπίθαμος, ος, ον [πῐᾰ] c. le préc. Diosc. 3, 84.
δισπίθαμος, von zwei Spannen, Diosc.