Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δισσογλωττία
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δισκόω
δισμυρίανδρος
δισμυριάς
δισμυριεπτακισχιλιοστός
δισμύριοι
Δισοραί
δίσορος
δίσπαππος
δισπερίοδος
δισπηνσάτωρ
δισπιθαμαῖος
δισπιθαμιαῖος
δισπίθαμος
δισπόνδειος
δισπόνδιος
δισπορέω
δίσπορος
δισσάκις
δισσακιτετρόργυιος
δισσάρχαι
δισσάρχης
δισσάς
δισσαχῇ
δισσαχῆ
δισσαχοῦ
δισσαχῶς
δίσσευμα
δισσεύω
δισσηγορία
δισσόγλωσσος
δισσογλωττία
δισσογονέω
δισσογραφέομαι
δισσογραφία
δισσόκερας
δισσολογέω
δισσολογία
δισσολόγος
δισσοποιός
δισσόπους
δισσός
δισσοτόκος
δισσότοκος
δισσοτόμος
δισσοφυής
δισσόω
δισσυλλαβέω
δισσυλλαβία
δισσύλλαβος
δισσυλλάβως
δισσυμφωνέω
δισσύμφωνος
δισσῶς
Δίστα
δίσταγμα
δισταγμός
διστάδιος
διστάζω
δίσταθμος
διστακτικός
διστάξιμος
…
δισσογλωττία
Save
Pape
δισσογλωττία
, ἡ, od.
διττογλωττία
,
das Reden zweier Sprachen
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}