δισσεύω
repetir
δισσεύων δὲ λέγει πληκτικώτερον
λέξιν
δισσεύεται στίχος
• volver a hacer algo, Didym.Trin.1.18.17.
δισσεύω, doppelt sein, Sp.
repetir
δισσεύων δὲ λέγει πληκτικώτερον
λέξιν
δισσεύεται στίχος
• volver a hacer algo, Didym.Trin.1.18.17.