δισπιθαμαῖος Save LSJ Bailly 2024 Pape δι-σπῐθᾰμαῖος, α, ον, = sq., Dsc. 2.144. δι·σπιθαμαῖος, α, ον [πῐᾰ] long ou large de deux empans, Diosc. 2, 172. Étym. δίς, σπιθαμή. δισπιθαμαῖος, α, ον, od. richtiger δισπιθαμιαῖος, = δισπίθαμος, Diosc.