διστοιχία
διστοιχία, double row
δι-στοιχία, ἡ,
- double row, Thphr. HP 4.8.6, Ael. NA 9.40.
doble fila
τὰ φύλλα ... ἐν διστοιχίᾳ
ὀδόντες ... ἐν διστοιχίᾳ
διστοιχία, ας (ἡ) double rangée, Th. H.P. 4, 8, 6 ; El. N.A. 9, 40.
Étym. δίστοιχος.
διστοιχία, ἡ, Doppelreihe ; Theophr.; Ael. H.A. 9.40.