διστάδιος
διστάδιος, two stadia long
δι-στάδιος [ᾰ], ον,
- two stadia long, διάστημα App. Hann. 37.
de dos estadios de largo
ὁ εἰς Σαλαμῖνα πορθμός
διάστημα
ἰσθμός
δίαυλος· ὁ δ. τόπος
δι·στάδιος, ος, ον [ᾰ] long de deux stades, App. Hann. 37.
Étym. δίς, στάδιον.
διστάδιος, zwei Stadien lang ; App. Hannib. 37 ; Schol. Ar. Av. 293.