Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διστάτερον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δισσολογία
δισσολόγος
δισσοποιός
δισσόπους
δισσός
δισσοτόκος
δισσότοκος
δισσοτόμος
δισσοφυής
δισσόω
δισσυλλαβέω
δισσυλλαβία
δισσύλλαβος
δισσυλλάβως
δισσυμφωνέω
δισσύμφωνος
δισσῶς
Δίστα
δίσταγμα
δισταγμός
διστάδιος
διστάζω
δίσταθμος
διστακτικός
διστάξιμος
διστασία
διστασιάζω
διστάσιος
δίστασις
διστασμός
διστάτερον
δισταφής
διστεγής
διστεγία
δίστεγος
διστέλεχος
διστεφής
διστιχής
διστιχία
διστιχίασις
διστιχίδιον
διστίχιον
δίστιχος
διστοιχία
δίστοιχος
δίστοκος
δίστολος
δίστομος
διστραλίον
διστράλιον
διστριβοῦτος
δίστροπον
δίστροπος
δίστροφος
δίστυλον
δισυλλαβέω
δισυλλαβία
δισύλλαβος
δισύναπτος
δισυνεγγυάω
δισύπαρχος
…
διστάτερον
Save
DGE
διστά(τρον)
-ου, τό
peso de dos estateres
,
IG
1
3
.1415 (VI/V a.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}