διφθέρινος
διφθέρινος, of tanned leather
διφθέρ-ινος, η, ον,
- of tanned leather, σχεδίαι X. An. 2.4.28; πλοῖα Str. 3.3.7.
de piel curtida
σχεδίαι
πλοῖα
διφθέρινος, η, ον, de peau, de cuir, Xén. An. 2, 4, 28 ; Str. 155.
Étym. διφθέρα.
διφθέρινος, von Fellen, ledern ; σχεδίαι Xen. An. 2.4.28 ; πλοῖα Strab. 3.3.7.
διφθέρινος, η, ον
from διφθέρα
- of tanned leather, Xen.