Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δίφαλος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διυλιστήρ
διυλιστήριον
διυλιστός
Δίυλλος
δίυλος
διυπερβάλλομαι
διυπερτίθεμαι
διυπερτίθημι
διυπέχω
διυπηρετέομαι
διυπηρετέω
διυπνίζω
διυπνιστέον
διυποβάλλομαι
διυποβάλλω
διυποβλέπομαι
διυποβλέπω
διυποκολλάω
διυποπτεύω
διυφαίνω
Διυφάντας
διύφαντος
διυφή
διυφίημι
διφαδεύει
διφαδεύσει
διφαλαγγάρχης
διφαλαγγαρχία
διφαλαγγία
διφαλέος
δίφαλος
διφάνινος
διφάρετρος
δίφαρσος
δίφας
διφασία
διφάσιος
δίφατον
δίφατος
διφάω
διφέω
διφήτωρ
διφθέρα
διφθεράλοιφος
διφθεραλοιφός
διφθεράπωλος
διφθεράριος
διφθεραφόρος
διφθερίας
διφθέρινος
διφθέριον
διφθερίς
διφθερῖτις
διφθερόομαι
διφθεροποιός
διφθεροπώλης
διφθερόω
διφθέρωμα
διφθογγίζω
διφθόγγισμα
διφθογγιστέον
…
δίφαλος
Save
DGE
δίφαλος
-ον
de dos penachos
del casco de Atenea
, Eust.601.13, cf.
ἀμφίφαλος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}