Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διφαδεύει
διφαδεύει, plant
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διυλάττω
διυλήτης
διυλίζω
διύλισις
διύλισμα
διυλισμός
διυλιστήρ
διυλιστήριον
διυλιστός
Δίυλλος
δίυλος
διυπερβάλλομαι
διυπερτίθεμαι
διυπερτίθημι
διυπέχω
διυπηρετέομαι
διυπηρετέω
διυπνίζω
διυπνιστέον
διυποβάλλομαι
διυποβάλλω
διυποβλέπομαι
διυποβλέπω
διυποκολλάω
διυποπτεύω
διυφαίνω
Διυφάντας
διύφαντος
διυφή
διυφίημι
διφαδεύει
διφαδεύσει
διφαλαγγάρχης
διφαλαγγαρχία
διφαλαγγία
διφαλέος
δίφαλος
διφάνινος
διφάρετρος
δίφαρσος
δίφας
διφασία
διφάσιος
δίφατον
δίφατος
διφάω
διφέω
διφήτωρ
διφθέρα
διφθεράλοιφος
διφθεραλοιφός
διφθεράπωλος
διφθεράριος
διφθεραφόρος
διφθερίας
διφθέρινος
διφθέριον
διφθερίς
διφθερῖτις
διφθερόομαι
διφθεροποιός
…
διφαδεύει
Save
διφαδεύει, plant
LSJ
διφαδεύει·
ἐξελεῖται,
Hsch.
δίφακος
, a
plant,
Id.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}