About Report a problem

Menu

διφαλαγγάρχης

διφαλαγγάρχης, leader of a διφαλαγγαρχία

δῐφᾰλαγγ-άρχης, ου, ὁ,
  • leader of a διφαλαγγαρχία, Suid.

Saved

Recent