δύστροπος
δύστροπος, hard to turn, intractable
- ill-conditioned, surly, peevish, δ. γυναικῶν ἁρμονία E. Hipp. 161; δύσκολος καὶ δ. D. 6.30, Ph. 1.621; δ. καὶ σκυθρωπαὶ φύσεις Plu. Isid. 2.361b. Adv. δυστρόπως, λογιστεύειν Philostr. VS 1.19.2.
I
1 de pers. de mal carácter, arisco, intratable
τᾷ δυστρόπῳ γυναικῶν ἁρμονίᾳ ... συνοικεῖν
cohabitar con la intratable condición de las mujeresὅτεῳ μὴ διαμένουσιν ἐπὶ πολλὸν οἱ πειραθέντες φίλοι, δ.
ἐγὼ ... δ. καὶ δύσκολός εἰμι
δεσπότης
πρεσβύτης
ἀηδὴς καὶ δ.
• subst.
τὸ φύσει δύσκολον καὶ δ.
τὸ ἐν αὐτῷ δ.
τὸ δ. τοῦ προσώπου
2 de pers. maligno, malvado
φύσεις ... δύστροποι δὲ καὶ σκυθρωπαί
ἀλάστορες
δ. καὶ λυπηρά
τις ... δ., σκολιός
μύστης
ἡ μητρυιά
3 de abstr. difícil de tratar subst.
τὸ δ. τῶν τοιούτων ὑποθέσεων
4 de la enfermedad de mala índole, maligna
λοιμώδης καὶ δ. ἀρρωστία
ἡ χρονία καὶ δ. διάθεσις
II adv. -ως
1 de mala manera
ὅσα] ... δ. [ἐ]χόμενα
2 malévola, maliciosamente
λογιστεύειν
σεσιγήκασιν
- hard to turn, intractable, Eur., Dem.