δυστραπέλεια
δυστραπέλεια, difficulty of managing
inmanejabilidad, intratabilidad
• esp. ref. lugares dificultad del terreno
διὰ ... τὴν ἐν τοῖς καταγείοις δυστραπέλειαν
ἡ τοπική
ἡ δ. τοῦ τόπου, καθ' ὃν ᾤκισται
δυστραπέλεια, ας (ἡ) c. le suiv. DS. 5, 15.
δυστραπέλεια, ἡ, = δυστραπελία, die mss. schwanken überall.