εἰσιτητέον
εἰσιτητέον, one must go in
εἰσῐτ-ητέον,
- one must go in, Luc. Herm. 73.
hay que entrar
δέον ... σκέψασθαι εἴπερ εἰ.
εἰσιτητέον [ῐτ] vb. d’εἴσειμι, Luc. Herm. 73.
εἰσιτητέον, one must go in
hay que entrar
δέον ... σκέψασθαι εἴπερ εἰ.