εἰσμετρέω
εἰσμετρέω, deliver grain
εἰσμετρέω,
- deliver corn, PEleph. 10.3 (iii B. C.), PPetr. 2 p.132 (Pass.), etc.
ingresar, pagar esp. en especie
εἰσμ[ε]μέτρηκεν εἰς τὸ[ν] θη(σαυρὸν) ... (πυροῦ) (ἀρτάβας) ι
εἰς τὸ βασιλικὸν <τὰ> καθήκοντα ἐκφόρια
εἰσμετρηθῆναι τὸν καθήκοντα πυρόν