εἰσοπτρίς
εἰσοπτρ-ίς, ίδος, ἡ,
- = εἴσοπτρον, AP 6.307 (Phanias).
*εἰσοπτρίς, ion. ἐσοπτρίς, ίδος (ἡ) miroir, Anth. 6, 307.
Étym. cf. εἴσοπτρον.
εἰσοπτρίς, ίδος, ἡ, Spiegel, Phani. 6 (VI.307).
εἰσοπτρίς, ίδος
= εἴσοπτρον, Anth.