εἰσροή
εἰσροή, influx
εἰσ-ροή, ἡ,
- influx, Ael. NA 1.53, Marcian. Peripl. 1.1; τοῦ ἀέρος Porph. Gaur. 3.3.
1 afluencia, influjo, entrada
ὠκεανὸς ... κατὰ τὸν ... Ἡράκλειον πορθμὸν τὴν εἰσροὴν ποιούμενος
2 inspiración
τοῦ πνεύματος
τοῦ ἀέρος διὰ τούτων (τῶν ῥινῶν)
εἰσροή, ῆς (ἡ) c. le suiv. El. N.A. 1, 53.
εἰσροή, ἡ, = εἴσροος, Ael. H.A. 1.53 u. a.Sp.