εἰστιτρώσκω
εἰστιτρώσκω, perforate, pierce
εἰστιτρώσκω, aor. ἐσέτρωσα,
- perforate, pierce, τῷ ὀστέῳ μέσφα μήνιγγος Aret. CD 1.2.
*εἰσ·τιτρώσκω, ion. ἐσ·τιτρώσκω (ao. ἐσέτρωσαν) percer, Arét. Cur. m. diut. 1, 130, p. 116.
εἰστιτρώσκω, (τιτρώσκω), hineinbohren, Med.