εἰσποίησις
εἰσποίησις, adoption
εἰσποί-ησις, εως, ἡ,
- adoption, Is. 10.14, Plu. Oth. 16, etc.
1 jur. adopción de hijos
ἡ ἐμὴ εἰ.
συγγενὴς διὰ τῆς εἰσποιήσεως
κατ' ἐσποίησιν
δοθεὶς πρὸς εἰσποίησιν τῷ ... Πολύβῳ
de EdipoἈλεξάνδρου
τοῦ παιδός
• crist. c. gen. subjet.
τοῦ Θεοῦ
2 asociación, vinculación
εἰσποίησις, anc. att. ἐσποίησις, εως (ἡ) adoption (d’un enfant) Plut. M. 338f, Galb. 23, Oth. 16 ; DC. 45, 5 (ἐσπ.).
Étym. εἰσποιέω.
εἰσποίησις, ἡ, Annahme an Kindes Statt, Il. 7.20, 10.14 u. Sp., wie Plut. Oth. 16.