εἴσπραξις
εἴσπραξις, collection of taxes, dues
- getting in or collection of taxes or dues, τοῦ θύματος Th. 5.53; τῶν εἰσφορῶν D. 24.8, cf. SIG 364 A 50 (Ephesus), IG 2(2).1273.24, etc.; βαρύνεσθαι.. ἀδίκοις εἰσπράξεσι exactions, OG 1669.5, cf. Plu. Demetr. 27.
- II levy of recruits, Wilcken Chr. 469.4 (iv A.D.).
1 recaudación, percepción, cobro de tributos, deudas, etc., c. gen. obj.
τοῦ θύματος
τῶν φόρων
χρημάτων
τῶν εἰσφορῶν
ἡ εἴ. τῶν σκευῶν
la recaudación (de dinero) para (adquirir) los aparejos de las navesἡ εἰς τὸν βασιλικὸν τῶν καθηκόντων εἴ.
τῶν δημοσίων
τέλους
τοῦ πυροῦ
τῶν κα[τ]αλοχ[ισ]μῶν
τῶν ὀφειλομένων αὐτοῖς
εἰσπράξεις σιτικαί τε καὶ ἀργυρικαί
πικροτάτας τὰς ἐσπράξεις ... ἐποιοῦντο
realizaban el cobro de deudas del modo más implacable
2 exacción, cobro abusivo o injusto
μὴ βαρυνομένην (τὴν Αἴγυπτον) καιναῖς καὶ ἀδίκοις εἰσπράξεσι
τῆς εἰσπράξεως συντόνου καὶ ἀπαραιτήτου γενομένης
παρὰ τῶν στατιωναρί]ων καὶ τῶν ... φρουμ[ενταρίων καὶ κολλητιώ]νων
εἴσ]πραξιν καὶ ἐνόχ[λησιν
3 ejecución, cobro ejecutivo de una deuda en caso de impago
ἀπο[τισάτω] διπλασίαν [τ]ὰν εἴσ[πρα]ξιν τῇ πόλει
ὁ δὲ δανειστὴς ... ἐκ τῶν ἄλλ[ων κτημάτων τῶν τοῦ ὑποθ]έντος τὴν εἴσπραξιν ποιείσθω τοῦ ὀφειλομέν[ου
γιγνομένης σοι τῆς εἰσπράξεως παρά τε ἐμοῦ καὶ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων μοι πάντων
4 pago, castigo
τῶν ἁμαρτημάτων
τῶν κακῶν τῶν ἐνθάδε
5 leva, reclutamiento Wilcken Chr.469.4 (IV d.C.).
- a getting in or collection of dues, Thuc., Dem. from εἰσπράσσω