εἰσφέρω
εἰσφέρω, εἰσφέρω, bring in, carry in (verb)
- carry in, εἴσω Od. 7.6; ἐσ. ἀγγελίας Hdt. 1.114; ἐς τὠυτὸ ἐσ. Id. 9.70; τινὰ εἰς τὸ λογιστήριον PAmh. 2.77.22 (ii A.D.).
- 2 bring in, contribute, τῖμον Archil. l.c.; χρήματα X. Hier. 9.7, Plu. Publ. 12; εἰ. τινὶ ἔρανον Pl. Smp. 177c, cf. X. Cyr. 7.1.12; at Athens, etc., pay the property-tax (v. εἰσφορά II), ἐσ. ἐσφοράν Th. 3.19, etc.; εἰσφοράς Antipho 2.2.12, Lys. 18.7: and abs., εἰ. εἰς τὴν πόλιν D. 27.36; εἰ. ἀφʼ ὑπαρχούσης οὐσίας Id. 21.157.
- 3 bring in or upon, πένθος δόμοις E. Ba. 367; νόσον καινὴν γυναιξί ib. 353; πόλεμον Ἑλλήνων χθονί Id. Hel. 38; δειλίαν ἐσφέρει τοῖς ἀλκίμοισι brings cowardice into the brave, Id. Supp. 540.
- 4 introduce, καινὰ δαιμόνια X. Mem. 1.1.2; ψεῦδος Plb. 2.58.12; esp. of political measures, bring forward, propose, γνώμην Hdt. 3.80; γνώμην ἐς τὸν δῆμον Th. 8.67; εἰ. νόμον,=Lat. legem rogare, D. 23.218, 24.19; ψηφίσματα IG 2(2).1329.10; τιμάς ib. 1343.29: abs., ἐσ. ἐς τὰς βουλὰς περί τινος Th. 5.38; εἰς τοὺς νομοφύλακας Pl. Lg. 772c; τὴν δὲ βουλὴν εἰσενεγκεῖν, ὅτῳ τρόπῳ.. X. HG 1.7.7:—Pass., τὰ εἰσφερόμενα [ψηφίσματα] Arist. Pol. 1298b33.
- b of persons, propose, nominate, Pl. Lg. 961b:—Pass., ibid.; τοὺς -ομένους ὑπὸ τῶν ὑπάτων πρεσβευτάς Plb. 35.4.5.
- II Med., fut. ἐσοίσομαι E. Hel. 664 (lyr.): Ion. aor. 1 ἐσενείκασθαι Hdt. (v. infr.): pf. Pass. εἰσενήνεγμαι (v. infr.):—carry with one, sweep along, of a river, Il. 11.495.
- 2 bring in for oneself, τὰ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἐς τὸ τεῖχος Hdt. 5.34, cf. Th. 5.115:—so in Pass., σῖτον ἐσενηνεῖχθαι or -έχθαι Hdt. 9.41.
- 3 bring in with one, introduce, τοὔνομα ἐς τὴν ποίησιν Id. 2.23; πῶμʼ ηὗρε κεἰσηνέγκατο θνητοῖς E. Ba. 279; [λόγον] ἐσφέρεσθαι to utter it, Id. Hel. 664 (lyr.); νʼ μνᾶς εἰς τὸν οἶκον εἰσενηνεγμένη having brought 50 minae as a dowry into the family, D. 27.4, cf. 41.4; προῖκα εἰσενεγκαμένῃ Thphr. Char. 22.10.
- 4 contribute, εἰσενήνεκται.. οὐκ ἔλαττον μʼ μνῶν Lys. 19.43, cf. Michel 473.9 (Mylasa, ii B.C.); apply, employ, πᾶσαν εἰ. σπουδὴν καὶ φιλοτιμίαν Plb. 21.29.12, cf. Chrysipp.Stoic. 2.293, IG 2(2).1343.23, Inscr.Prien. 111.126 (i B.C.), D.S. 1.84; ἀνδρείαν Onos. 4.2; θάρσος J. AJ 18.8.5; ἰσχύν ib. 17.5.6; φιλονεικίαν Ael. VH 12.64.
- 5 like προσφέρεσθαι, eat, Hp. VM 3, Ant.Lib. 11.1; drink water, Arist. GA 767a32.
- 6 draw breath, Id. Somn.Vig. 456a17.
- IIIPass., to be brought in, introduced, ἐσενειχθέντος σιδηρίου Hdt. 9.37.
- 2 rush in, ἐς τὴν ὕλην Th. 3.98.
A c. mov. desde el sujeto
I
1 llevar c. adv. o compl. de lugar
ἐσθῆτά τε ἔσφερον εἴσω
τὰ δὲ ἄλλα ἐς τὠυτό ... ἐσήνεικαν τοῖσι Ἕλλησι
pero el resto (del botín) lo llevaron al mismo lugar que los griegosπόλεμον ... Ἑλλήνων χθονί καὶ Φρυξί
αὐτοῖς τὴν τροφήν
αὐτῷ οἶνον
ταυτὶ ... λαβοῦσα πρὸς τὸν τρόφιμον ... εἴσφερε
πολλὰς δέ τε πεύκας ἐσφέρεται
(el río) arrastra consigo multitud de pinosπᾶν ἀργύριον ... εἰς θησαυρόν
τὸ αἷμα ... εἰς τὰ ἅγια
εἰσενέχθην δὲ αὐτὸν εἰς τὸ γυμνάσιον ὑπό ... τῶν ἐφάβων ... καὶ ἐντάφην
σκευῶν εἰσενεχθέντων εἰς τὸν γάμον
• c. ac. de pers. llevar, conducir
μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς τὸν πειρασμόν
βίᾳ βασ[τ]άξαντες με εἰσήνεγκαν εἰς τὸ λογ[ι]στήριον
• c. pron. refl. presentarse, acudir
ἑαυ[τ]ὸν ... ἐπὶ τῇ ἑκάστου τῶν ἐντοπίων σωτηρίᾳ ἐσέφερε
• de documentos llevar, presentar
εἰς τὸ βιβλιοφυλάκιον ... ὑπομ[νή]ματα
εἰς τὴν βουλὴν τὰ γραμματεῖα
περὶ ὑπαλλαγμάτων εἰσφερομέν[ων ὑπὸ] Οὐαλερίου
2 pagar, aportar, entregar pagos debidos, figurados o reales, esp. sumas de dinero
οὔτε τῖμον εἰσενείκας
sin haber pagado tu parteτούτῳ ἔρανον εἰσενεγκεῖν
aportarle mi contribución (a Eros)πολλὰ κἀγαθὰ ἀλλήλοις
χρήματα τε ... ἄτοκα
τὰ χρήματα ἀναπόδοτα
οὐκ ὀλία παρ' ἑαυτῶν
ὅσον εἰς τὴν πόλιν εἰσενηνόχασιν
χρήματα
χρήματα εἰς [τὸμ πόλε]μον εἰσφέρην
εἰς τὴν ὁλοκαύτωσιν τῷ θεῷ ... δραχμὰς τρεῖς καὶ δέκα
εἰσεν[έγ]και ἕκαστον τῶν πολιτῶν ... [δραχ]μὰς πέντε
ε[ἰς δὲ τὴν ἀναγραφὴν] τῆς στήλης ... τὸ γενό[μενον ἀ]νάλωμα
τὰς εἰσφοράς
μεγάλας δ' εἰσφορὰς εἰσενηνοχόσι καὶ λελῃτουργηκόσι
τὰ εὐσεβῆ ὑμῶν τελέσματα
εἰσοίσει εἰς τὸ ἐράριον δήμου Ῥωμαίων (δηνάρια) βφʹ
τῇ βουλῇ ... τὰ αφʹ (δηνάρια)
τῷ φίσκῳ (δηνάρια) ͵βφʹ
• raro c. pred.
ἐσενεγκόντες ... ἐσφοράν διακόσια τάλαντα
• en v. med. mismo sent.
προῖκα πολλήν
δαπάνην π[ᾶσαν ἐ]κ τῶν ἰδίων
• abs. pagar, aportar dinero, contribuir
οἱ ἐσενέγκαντες ἔστε δραχμὰς δέκα τὸ ἐλάχιστον
los que han aportado dinero a partir de diez dracmas como mínimoεἰς δὲ τὴν ἐπισκευὴν τούτων πάντων ... εἰσενεγκεῖν καθ' ὅ τι ἕκαστος δυνατός ἐστιν
3 en v. med., c. ac. de abstr. ref. virtudes mostrar, poner de manifiesto
ᾗ διὰ παντὸς εἰσφέρεται πρὸς τὴν πατρίδα εὐνοίᾳ
ταμιεύσας πᾶσαν εἰσηνέγκατο σπουδὴν καὶ φιλοτιμίαν περὶ τῶν κοινῶν
μεγάλην εἰσφέρονται σπουδὴν εἰς τὴν πολυτέλειαν τῆς τροφῆς
ὑπὲρ τῆς χώρας αὐθεντικὴν εἰσεφέρετο σπουδήν
ἐντελῆ τὴν ἀνδρείαν εἰσφέρονται
τοσαύτην εἰσηνέγκατο μεγαλοφροσύνην
θάρσος
4 en v. med., c. ac. de abstr. ref. penalidades o esfuerzo soportar, afrontar
πᾶσαν κακοπαθίαν
πάν]τα πόνον
πολὺν ... μόχθον
II c. idea de ‘introducir’
1 introducir, meter
τὰ σ[τρώ]ματα ... ἐνδόσε
πένθος ... δόμοις
(ἀγγεῖον) ἐς ἀλέην
γάμους δ' ἀνοσίους εἰσφέρων εἰς τὴν τέχνην
introduciendo bodas impías como tema en el arte dramáticoὕδωρ ... εἰς τὰ οἰκήματα
τὴν λυχνίαν ... ἐς τὸν ναόν
ξενίζοντα γάρ τινα εἰσφέρεις εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν
περιτυχὼν πέρδικι ... εἰσήνεγκεν ἐν τῇ οἰκίᾳ
ἔνθα σῖτόν τέ σφι ἐσενηνεῖχθαι πολλόν
donde (decía que) se había introducido abundante trigo para ellosεἰσφερόμενα ὤνια
mercancías importadas
• frec. en prohibiciones funerar.
μηδενὸς ἔ[χ]οντος ... ἐξουσίαν πτῶμα ἀλλότριον εἰσενενκεῖν εἰς τὸ μνημεῖον
μηδένα ἰσφέρειν ἀλλότριν νεκρόν
• en leyes sagradas
τάδε μὲν ἐσφέρν ἐς τὸ τέμενος
ἀπαγορεύει ὁ θεός· μὴ [ε]ἰσφέρειν χρωμάτιν[ον μ]ηδὲ βαπτόν
μ]ὴ εἰσφέρην δὲ μηδὲ ὅπλα πολεμιστήρ[ια μ]ηδὲ θνασίδιον
τὰ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἐς τὸ τεῖχος ἐσηνείκαντο
transportaron al interior de los muros lo que tenían en los campos
• introducir como novedad
ἀεὶ καινὰς ἰδέας εἰσφέρων σοφίζομαι
καινὰ δαιμόνια
de Sócratesτινα τῶν ... ποιητέων ... τοὔνομα εὑρόντα ἐς ποίησιν ἐσενείκασθαι
βότρυος ὑγρὸν πῶμ' ηὗρε κἀσηνέγκατο θνητοῖς
inventó la húmeda bebida de la uva y la introdujo entre los hombres
• inocular en sent. fig., c. dat. de pers.
νόσον καινὴν γυναιξί
δειλίαν ... τοῖς ἀλκίμοισιν
2 presentar, proponer, someter para su aprobación leyes, decretos, etc.
γνώμην ἐσενεγκεῖν ἐς τὸν δῆμον
someter una propuesta al puebloνόμον
δόγμα εἰσήνειγκαν εἰς τ[ὴν βουλὴν δ]έχεσθαι τὴν συμμαχίαν
ψήφισμα
(τὰς τιμάς) εἰσοίσουσιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν
someterán (la concesión de honores) a la asambleaτὸν γυμνασιαρχικὸν νόμον, ὃν εἰσηνέγκατο Ζώπυρος
τὰ εἰσφερόμενα
las mociones presentadasψηφίσματος εἰσενηνεγμένου
• abs. presentar una propuesta
οὐκέτι ἐσήνεγκαν περὶ Ἀργείων ἐς τὰς βουλάς
ya no presentaron ninguna propuesta ante los consejos relativa a los argivosτὸν νέον ... εἰς τοὺς ἄλλους εἰσφέρειν
proponer el nombre del joven a los demás
• nombrar para un cargo, en v. pas.
τοὺς εἰσφερομένους ὑπὸ τῶν ὑπάτων πρεσβευτάς
a los legados nombrados por los cónsules
•
εἰσφέρειν λόγον
hacer una declaración, hablarοὐ μὴ γυναικῶν δειλὸν εἰσοίσεις λόγον
deja de pronunciar cobardes palabras de mujerἀπέπτυσα μὲν λόγον οἷον οἷον ἐσοισόμεθα
detesto lo que voy a declarar
B c. mov. hacia el sujeto
1 traer
ἀφαρπάζειν χρεὼν οἰνηρὰ τεύχη σμικρά, μεγάλα δ' ἐσφέρειν
hay que retirar las copas pequeñas de vino y traer las grandesπορθμίδας πολλῶν ἀγαθῶν ... γεμούσας
τὰς ἀρυταίνας
δοκὸν εἰσφέρει
trae un leño para el fuegoἐσενειχθέντος κως σιδηρίου ἐκράτησε
cogió un cuchillo que le había sido traidoἡ λοπὰς νῦν εἰσφερέσθω πέντ' ἐφήβων ὠλέναις
tráigase ahora la fuente de servir en brazos de cinco efebosἀγωγὸς ὑδάτων εἰσφερομένω[ν] εἰς Κάν[α]τα
• aportar, procurar
ἰατρικὴ δὲ καὶ γυμναστικὴ τὴν μὲν ὠφέλειαν περὶ σῶμα εἰσενήγκαντο
la medicina y la gimnasia han aportado (al hombre) un beneficio en lo relativo al cuerpo
2 en v. med. ingerir
ὠμά τε καὶ ἄκρητα
ἡ εἰσφερομένη τροφή
• en v. med. inspirar en uso abs.
οἱ εἰσφερόμενοι
los seres que toman aire
1. binnendragen, binnenbrengen,
2. bijdragen, betalen, met acc. en dat.:
3. introduceren (in):
a) von Abgaben u. dgl., beitragen, beisteuern, χρήματα, εἰσφοράς, ἔρανον, Plat. Rep. VIII.551e, 568d, Symp. 177c ; vgl. Xen. Cyr. 7.1.12 ; Dem. 53.8 ; ἀπό τινος χρήματα, Lys. 18.21 ; Dem. 21.157 ; ὅσον εἰς τὴν πόλιν εἰσενηνόχασι 27.36 ; ἐσφορὰν διακόσια τάλαντα Thuc. 3.19 ; τὴν οὐσίαν πᾶσαν Arist. Pol. 5.11 ; auch τινὶ εἴς τι, Einem einen Beitrag wozu leisten, Dem. 53.7 ; allgemeiner, πολλὰ κἀγαθὰ ἀλλήλοις εἰσενεγκεῖν Xen. Cyr. 7.1.12.
b) eine Meinung vorbringen, ein Gesetz vorschlagen ; γνώμην Her. 3.80 ; absolut, οὐκέτι εἰσήνεγκαν περὶ Ἀργείων εἰς τὰς βουλάς Thuc. 5.38 ; vgl. 8.67 ; ἡ βουλὴ ἐς τὴν ἐκκλησίαν εἰσήνεγκε τὴν ἑαυτῆς γνώμην Xen. Hell. 1.7.9. wie εἰς τὸν δῆμον 26 ; νόμον Dem. 24.1 ; παρὰ ταῦτα νόμον εἰσενηνόχει ib. 19 ; worauf νόμισμα παράσημον εἰσφ. 24.213 eine Anspielung enthält ; δόγμα Aesch. 3.116 ; τὶ πρὸς τὸν δῆμον Arist. Pol. 2.9 ; sc. δίκην, einen Prozeß einleiten, Dem. 23.28.
c) Bericht erstatten ; ἀγγελίας Her. 1.114, 3.77 ; absolut, εἰς τοὺς νομοφύλακας Plat. Legg. VI.772c ; ψεῦδος Pol. 2.58.12.
Med., ποταμὸς πολλὰς δρῦς εἰσφέρεται, reißt in sich hinein, Il. 11.495 ; für sich einbringen, σῖτον Thuc. 5.115, wie εἰσενείκαντο τὰ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἐς τὸ τεῖχος Her. 5.34 ; εἰς τὸν οἶκον εἰσενεγκαμένη, von der Mitgift, Dem. 27.4 ; allgemein, ἅπερ ἦν εἰς τὴν οὐσίαν εἰσενηνεγμένος 41.4 ; – einführen, ἐς τὴν ποίησιν ἐσενείκασθαι Her. 2.23. Bei Pol. u. Sp. oft übertr., σπουδήν, an den Tag legen, beweisen, Pol. 22.12 ; DS. 1.84 ; ἐν λόγοις ἡδονήν Pol. 5.74.9 u. ä.
- Ito carry into or to, Od., Hdt.
- 2to bring in, contribute, Plat., Xen., etc.:—at Athens, to pay the property-tax (v. εἰσφορά II), Thuc.
- 3to bring (suffering) in or upon, πένθος εἰσφ. δόμοις Eur., etc.
- 4to introduce, bring forward, propose, Hdt.; γνώμην ἐσφ. ἐς τὸν δῆμον Thuc.; εἰσφ. νόμον, Lat. legem rogare, Dem.:—absol., like Lat. referre ad senatum, Thuc.
- IIMid. with perf. pass. εἰσενήνεγμαι, to carry with one, sweep along, Il.
- 2to bring in for oneself, to import, Hdt., Thuc.
- 3to bring in with one, introduce, Hdt., Eur.
- IIIPass. to be brought in, introduced, Hdt.
- 2to rush in, Thuc.
-
…οὐ τούτων ἀξίους γε ὄντας τῇ πόλει, ἀλλὰ πάσας ; μὲν ; τὰς χορηγίας χορηγήσαντας, πολλὰς δʼ εἰσφορὰς εἰσενεγκόντας, κοσμίους δʼ ἡμᾶς αὐτοὺς παρέχοντας καὶ πᾶν τὸ προσταττόμενον ποιοῦντας, ἐχθρὸν δʼ οὐδένα κεκτημένους, πολλοὺς δʼ Ἀθηναίων…
Lysias, Speeches
-
…ἔπειτα ἐν τοῖς πρὸς τὴν πόλιν, ὅταν τέ τινες εἰσφοραὶ ὦσιν, ὁ μὲν δίκαιος ἀπὸ τῶν ἴσων πλέον εἰσφέρει, ὁ δʼ ἔλαττον, ὅταν τε λήψεις, ὁ μὲν οὐδέν, ὁ δὲ πολλὰ κερδαίνει. καὶ γὰρ…
Plato, Republic
-
…ἀλλʼ ἔστιν, ἔφη ὁ Γλαύκων. ἀλλʼ ἕνεκα ἀργυρίου, ὦ Θρασύμαχε, λέγε · πάντες γὰρ ἡμεῖς Σωκράτει εἰσοίσομεν. πάνυ γε οἶμαι, ἦ δʼ ὅς · ἵνα Σωκράτης τὸ εἰωθὸς διαπράξηται · αὐτὸς μὲν μὴ ἀποκρίνηται ,…
Plato, Republic
-
…. καὶ τὰς μὲν σεῦαν ποταμὸν πάρα δινήεντα τρώγειν ἄγρωστιν μελιηδέα · ταὶ δʼ ἀπʼ ἀπήνης εἵματα χερσὶν ἕλοντο καὶ ἐσφόρεον μέλαν ὕδωρ, στεῖβον δʼ ἐν βόθροισι θοῶς ἔριδα προφέρουσαι. αὐτὰρ ἐπεὶ πλῦνάν τε κάθηράν τε ῥύπα πάντα ,…
Homer, Odyssey
-
…γενόμενον, ξίφος δὲ οὐδέν πω παρενεχθὲν ἐς ἐκκλησίαν οὐδὲ φόνον ἔμφυλον, πρίν γε Τιβέριος Γράκχος δημαρχῶν καὶ νόμους ἐσφέρων πρῶτος ὅδε ἐν στάσει ἀπώλετο καὶ ἐπʼ αὐτῷ πολλοὶ κατὰ τὸ Καπιτώλιον εἱλούμενοι περὶ τὸν νεὼν ἀνῃρέθησαν. καὶ οὐκ…
Appian, The Civil Wars
-
…θύρσου μεθήσεις χεῖρʼ, ἐμῆς μητρὸς πάτερ ; σὺ ταῦτʼ ἔπεισας, Τειρεσία · τόνδʼ αὖ θέλεις τὸν δαίμονʼ ἀνθρώποισιν ἐσφέρων νέον σκοπεῖν πτερωτοὺς κἀμπύρων μισθοὺς φέρειν. εἰ μή σε γῆρας πολιὸν ἐξερρύετο, καθῆσʼ ἂν ἐν βάκχαισι δέσμιος μέσαις…
Euripides, Bacchae
-
…μέθες. μάλιστα γάρ νιν δήξομαι δράσας τάδε. οἳ δʼ ἀνὰ πόλιν στείχοντες ἐξιχνεύσατε τὸν θηλύμορφον ξένον, ὃς ἐσφέρει νόσον καινὴν γυναιξὶ καὶ λέχη λυμαίνεται. κἄνπερ λάβητε, δέσμιον πορεύσατε δεῦρʼ αὐτόν, ὡς ἂν λευσίμου δίκης τυχὼν…
Euripides, Bacchae
-
…δεσμὰ διαφυγὼν ἔξω περᾷς ; οὐκ εἶπον ἢ οὐκ ἤκουσας ὅτι λύσει μέ τις ; τίς ; τοὺς λόγους γὰρ ἐσφέρεις καινοὺς ἀεί. ὃς τὴν πολύβοτρυν ἄμπελον φύει βροτοῖς. ὠνείδισας δὴ τοῦτο Διονύσῳ καλόν. κλῄειν κελεύω πάντα πύργον…
Euripides, Bacchae
-
…δʼ ἄπτερος ἔπλετο μῦθος. κλήϊσεν δὲ θύρας μεγάρων εὖ ναιεταόντων. τὼ δʼ ἄρʼ ἀναΐξαντʼ Ὀδυσεὺς καὶ φαίδιμος υἱὸς ἐσφόρεον κόρυθάς τε καὶ ἀσπίδας ὀμφαλοέσσας ἔγχεά τʼ ὀξυόεντα · πάροιθε δὲ Παλλὰς Ἀθήνη, χρύσεον λύχνον ἔχουσα, φάος περικαλλὲς…
Homer, Odyssey
-
…πεντήκοντα δραχμῶν καθʼ ἕκαστον ἀδίκημα ἐγγράφειν τοῖς πράκτορσιν. ἐὰν δὲ πλέονος ἄξιος ᾖ ζημίας, ἐπιβαλόντες μέχρι πεντήκοντα δραχμῶν εἰσφερέτωσαν εἰς τὴν βουλὴν ἢ εἰς τὴν πρώτην ἐκκλησίαν. ὅταν δʼ ἐξίωσιν αἱ κλήσεις, κρινάτωσαν. καὶ ἐὰν καταγνωσθῇ…
Aeschines, Speeches