εὐσπάθητος
εὐσπάθητος, closelywoven
εὐσπάθητος [ᾰ], ον,
- closely woven, Hsch. s.v. τρίμιτον: prob. l. for εὐσπάρτεος, Id.
εὐσπάθητος, wohlgewebt, Hesych. v. τρίμιτον.