ἐϋσταθής
ἐϋσταθής, ep. = εὐσταθής.
ἐϋσταθής
-ές
[ἐϋ- 1 + σταθ-, ἵστημι.]
Well-based, well-built.
Epithet of chambers Il. 18.374: Od. 20.258, Od. 22.120, 127, 257 = 274, 441, 458, Od. 23.178.