εὐσυνουσίαστος Save Bailly 2024 Pape εὐ·συνουσίαστος, ος, ον, sociable, Procl. Plat. Tim. p. 3. Étym. εὖ, συνουσιάζω. εὐσυνουσίαστος, leicht umgänglich, Sp.