Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐχυλόω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὔχορτος
εὖχος
εὔχρεῳ
εὔχρεως
εὐχρηματέω
εὐχρηματία
εὐχρημάτιστος
εὐχρήματος
εὐχρημονέω
εὐχρηστέω
εὐχρήστημα
εὐχρηστία
εὔχρηστος
εὐχρηστότης
εὐχρηστόψυχος
εὐχρήστως
εὐχρόαστος
εὐχροέω
εὐχροής
ἐϋχροής
εὔχροια
εὔχροος
εὔχρους
εὔχρυσος
εὔχρωμος
εὔχρως
εὐχρωτέω
εὔχρωτος
εὐχυλία
εὔχυλος
εὐχυλόω
εὐχύλως
εὐχυμία
εὔχυμος
εὐχύμως
εὔχυτος
εὐχωλά
εὐχωλή
εὐχωλιμαῖος
εὐχώρητος
εὐχώριστος
εὔχωρος
εὔχωστος
εὐψάμαθος
εὐψηλάφητος
ἐϋψήφις
εὐψηφίς
εὐψήφις
εὔψοφος
εὔψυκτος
εὐψυχέω
εὐψυχής
εὐψυχία
εὔψυχος
εὕω
εὐωδέω
εὐώδης
εὐωδία
Εὐωδία
εὐωδιάζω
εὐωδίζομαι
…
εὐχυλόω
Save
Bailly 2024
εὐχυλόω-ῶ
[
ῡ
] donner une saveur agréable à,
Gal.
316
b
.
Étym.
εὔχυλος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}