εὐχροής
εὐ-χροής, ές,
- rare poet. form for εὔχροος, δέρμα βόειον ἐϋχροές Od. 14.24.
εὐ·χροής, ής, ές, c. εὔχροος, Od. 14, 24.
εὐχροής, ές, p. = εὔχροος, εὐχροὲς δέρμα, Od. 14.24, schönfarbig, oder von einer tüchtigen Haut.
εὐχροής , ές (χρώς): bright-colored, Od. 14.24†.
εὐχροής
εὐ-χροής, ές
Epic for εὔχροος
- δέρμα βόειον ἐϋχροές Od.