εὐχρόαστος Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐχρόαστος, ον, f.l. for εὔχρηστος in X. Eq. 1.17. εὐ·χρόαστος, ος, ον, c. εὔχροος, Xén. Eq. 1, 17 dout. Étym. εὖ, *χροάζω, de χρόα. εὐχρόαστος, l.d. bei Xen. Eq. 1.17, = εὔχροος.