About Report a problem

Menu

εὐόργητος

εὐόργητος, good-tempered

εὐόργ-ητος, ον,
  • good-tempered, ἤθεα Hp. Aër. 12 (Comp.); εὐ. πρὸς τὸ πρέπον Gorg. Fr. 6 D.; τοῖς κόλαξι . . εὐόργητος Eub. 25; τὸ εὐ. καὶ πρᾶον Arist. MM 1186a23, cf. Plu. Def.orac. 2.413c. Adv. -τως, προσομιλεῖν τῷ πολέμῳ with good temper, opp. ὀργισθείς, Th. 1.122.

Saved

Recent