Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐύφαντος
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐτυχέω
εὐτυχέως
εὐτύχημα
εὐτυχής
εὐτύχησις
εὐτυχία
Εὐτυχιάδης
Εὐτυχίδης
εὐτυχίη
Εὐτυχίς
εὔτυχος
Εὔτυχος
εὐτυχῶς
εὐύαλος
εὔυγρος
εὐυδρέω
εὐυδρία
εὔυδρος
εὐυμνία
εὔυμνος
εὐυπάντητος
εὐυπέρβατος
εὐυπέρβλητος
εὔυπνος
εὐυπόδητος
εὐύποιστος
εὐυπόκριτος
εὐυπόληπτος
εὐύποπτα
εὐυποχώρητος
εὐύφαντος
εὐυφής
εὐυψής
εὐφαής
εὐφάλαρα
εὐφάλαρος
εὐφαμ
εὐφαμέω
εὐφαμία
Εὐφαμίδας
εὔφαμος
Εὔφαμος
εὐφανής
Εὐφάνης
εὐφαντασίωτος
εὐφάνταστος
εὔφαπτον
εὐφαρέτρας
εὐφαρέτρης
εὐφάρμακος
εὐφέγγεια
εὐφεγγής
εὐφεροσύνη
εὔφηβος
εὐφημέω
εὐφημητέον
εὐφημητικός
εὐφημία
Εὐφημία
Εὐφημίας
Εὐφημίδης
…
εὐύφαντος
Save
LSJ
Pape
εὐύφ-αντος [
ῠ
], ον, (ὑφαίνω) = sq.,
Suid.
εὐύφαντος
, = εὐυφής, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}