Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὔυγρος
εὔυγρος, very moist
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐύτροχος
εὐτρόχως
εὐτρύγητος
εὐτρύπητος
εὐτρυφάλειος
εὔτρωτος
εὐτυκάζομαι
εὐτυκής
εὐτυκίζω
εὔτυκος
εὔτυκτος
ἐΰτυκτος
εὔτυπος
εὐτύπωτος
εὐτύχεια
εὐτυχευδοξέω
εὐτυχέω
εὐτυχέως
εὐτύχημα
εὐτυχής
εὐτύχησις
εὐτυχία
Εὐτυχιάδης
Εὐτυχίδης
εὐτυχίη
Εὐτυχίς
εὔτυχος
Εὔτυχος
εὐτυχῶς
εὐύαλος
εὔυγρος
εὐυδρέω
εὐυδρία
εὔυδρος
εὐυμνία
εὔυμνος
εὐυπάντητος
εὐυπέρβατος
εὐυπέρβλητος
εὔυπνος
εὐυπόδητος
εὐύποιστος
εὐυπόκριτος
εὐυπόληπτος
εὐύποπτα
εὐυποχώρητος
εὐύφαντος
εὐυφής
εὐυψής
εὐφαής
εὐφάλαρα
εὐφάλαρος
εὐφαμ
εὐφαμέω
εὐφαμία
Εὐφαμίδας
εὔφαμος
Εὔφαμος
εὐφανής
Εὐφάνης
εὐφαντασίωτος
…
εὔυγρος
Save
εὔυγρος, very moist
LSJ
εὔυγρος, ον,
very moist,
Vett.Val.
9.24.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}