Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὔφαμος
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὔτυχος
Εὔτυχος
εὐτυχῶς
εὐύαλος
εὔυγρος
εὐυδρέω
εὐυδρία
εὔυδρος
εὐυμνία
εὔυμνος
εὐυπάντητος
εὐυπέρβατος
εὐυπέρβλητος
εὔυπνος
εὐυπόδητος
εὐύποιστος
εὐυπόκριτος
εὐυπόληπτος
εὐύποπτα
εὐυποχώρητος
εὐύφαντος
εὐυφής
εὐυψής
εὐφαής
εὐφάλαρα
εὐφάλαρος
εὐφαμ
εὐφαμέω
εὐφαμία
Εὐφαμίδας
εὔφαμος
Εὔφαμος
εὐφανής
Εὐφάνης
εὐφαντασίωτος
εὐφάνταστος
εὔφαπτον
εὐφαρέτρας
εὐφαρέτρης
εὐφάρμακος
εὐφέγγεια
εὐφεγγής
εὐφεροσύνη
εὔφηβος
εὐφημέω
εὐφημητέον
εὐφημητικός
εὐφημία
Εὐφημία
Εὐφημίας
Εὐφημίδης
εὐφημίζομαι
εὐφημίζω
εὐφήμιος
Εὐφήμιος
εὐφήμισμα
εὐφημισμός
εὔφημος
Εὔφημος
εὐφήμως
Εὔφηρος
…
εὔφαμος
Save
Bailly 2024
Pape
εὔφαμος,
εὐφάμως,
v.
εὔφημος, εὐφήμως
.
εὔφαμος
, [ᾱ], dor. = εὔφημος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}