εὔπρεπτος
εὔπρεπτος, conspicuous
εὔπρεπτος, ον,
- conspicuous, A. Supp. 722.
εὔ·πρεπτος, ος, ον, c. le préc. Eschl. Suppl. 772.
Étym. εὖ, πρέπω.
εὔπρεπτος, = εὐπρεπής, Aesch. Suppl. 703.
εὔπρεπτος, conspicuous