εὐπρόσεδρος
εὐπρόσ-εδρος, ον,
- v.l. for εὐπάρεδρος (q.v.).
εὐ·πρόσεδρος, ος, ον, assidu, Chrys. 4, 300.
εὐπρόσεδρος, = εὐπάρεδρος, v.l. , NT.
Strong 2145
*†
Rec. for εὐπάρεδρος, q.v.: I Co 7:35.†
εὐπρόσεδρος, ον
= εὐπάρεδρος, NTest.