εὐπροσόμιλος
εὐπροσόμιλος, pleasant, nice to deal with
εὐπροσ-όμῑλος, ον,
- pleasant, nice to deal with, dist. fr. εὐόμιλος, Phryn. PS p.68 B. ( = Com.Adesp. 1015): Sup. -ότατος Suid.
εὐπροσόμιλος, [ῑ], gesellig, ὁ ἡδὺς ἐν συνουσίᾳ καὶ ἀστεῖος B.A. 39.