ζάβατος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands ζάβατος, ον, Aeol. for διαβατός, Sapph. 158. 2 = πίναξ ἰχθυηρός (Paph.), Hsch. (cf. γαβαθόν, καβάθα). ζά·βατος, éol. c. διαβατός, Sapph. 150 Bgk. ζάβατος -ον Aeol. voor διαβατός.