ζακαλλής
ζακαλλής, very beautiful
ζᾰκαλλής, ές, (κάλλος)
- very beautiful, Hsch. ζακελτίδες, v. ζεκελτίδες.
ζακαλλής, Hesych. = περικαλλής.
ζακαλλής, very beautiful