ζάγρα Save LSJ Pape ζάγρα, ἡ, and Dim. ζάγριον, τό, a term of abuse, Timostr. 4. ζάγρα, nach Phot. λοιδορίας εἶδος, vgl. B.A. 98 aus Timostratus, der auch ζάγριον τὰς βασάνους καὶ τὰς πληγὰς λέγει.