Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζυγωγόν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζυγοκέφαλον
ζυγοκρούστης
ζυγόλωρον
ζυγομαχέω
ζυγομαχία
ζυγόν
ζυγοπλάστης
ζυγοποιέω
ζυγοποιός
ζυγός
ζυγοσταθμέω
ζυγοστάθμησις
ζυγόσταθμος
ζυγοστασία
ζυγοστάσιον
ζυγοστατέω
ζυγοστάτημα
ζυγοστάτης
ζυγοστάτησις
ζυγόταυρον
ζυγοτράχηλον
ζυγοτρυτάνη
ζυγουλκός
ζυγόφι(ν)
ζυγόφιν
ζυγοφορέομαι
ζυγοφορέω
ζυγοφόρος
ζυγόω
ζύγρα
ζυγωγόν
ζυγώδης
ζυγωθρίζω
ζύγωθρον
ζύγωμα
ζύγωσις
ζυγωτά
ζυγωτός
ζύθιον
ζυθοπώλης
ζῦθος
ζύθος
ζύμη
ζυμήεις
ζυμίζω
ζυμίτης
ζυμίτης ἄρτος
ζυμίωσις
ζυμοειδής
ζυμουργός
ζυμόω
ζυμώδης
ζύμωμα
ζύμωσις
ζυμωτικός
ζυμωτός
ζυτᾶς
ζυτηρά
ζυτοποιέω
ζυτοποιΐα
ζυτοποιός
…
ζυγωγόν
Save
LSJ
ζυγωγόν, glossed
ἧπαρ,
dub. l. in
PLond.
1821.50 (prob.
ζυγωτόν
= συκωτόν).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}